Booknews, Άρθρα - απόψεις

Χρονολόγιο με ιστορικά αποσπάσματα από το βιβλίο «Εγώ θα ζήσω»

Στις 23/08/1939, υπογράφτηκε στη Μόσχα, από τον  Υπουργό Εξωτερικών της ναζιστικής Γερμανίας Γιοάχιμ φον Ρίμπεντροπ (Joachim von Ribbentrop) και από τον Υπουργό Εξωτερικών της Σοβιετικής ΈνωσηςΒιατσεσλάβ Μιχάηλοβιτς Μόλοτοφ (Вячесла́в Миха́йлович Мо́лотов) το Γερμανοσοβιετικό σύμφωνο φιλίας ή αλλιώς, το σύμφωνο μη επίθεσης, μεταξύ των δύο χωρών. Το βιβλίο «Εγώ θα ζήσω», ξεκινά με τους δύο πρωταγωνιστές, την Ντίνα Πρανίτσεβα και τον άντρα της Βίκτωρ, να παρακολουθούν στο σινεμά, την επίσκεψη του Β. Μ. Μολότοφ στο Βερολίνο.

«Κίεβο, 29 Αυγούστου 1939, σινεμά “Οκτώβρης”, φιλμ: “η επίσκεψη του Β. Μ. Μολότοφ στο Βερολίνο”. Ο άντρας μου κι εγώ παρακολουθούμε στην κατάμεστη αίθουσα την επίσκεψη του Σοβιετικού ηγέτη μας στη Γερμανία. Σύμφωνα με την ταινία, η Σοβιετική Ένωση δεν έχει καλύτερο φίλο από τον Χίτλερ. Στο Βερολίνο υποδέχονται τον Μολότοφ με μπάντες, λουλούδια και τιμές. Οι Ναζί στρατιώτες παρελαύνουν θαυμάσια. Ο Χίτλερ, αυτοπροσώπως, υποδέχεται τον Μολότοφ σαν το αδελφό που είχε χάσει χρόνια. Οι φωτογράφοι τους περικυκλώνουν καθώς ξεκινούν την κουβέντα τους και η παρέλαση συνεχίζεται με τις σημαίες της σβάστικας να ξεδιπλώνονται στον αέρα. Μετά το τέλος της προβολής, παίρνουμε παγωτό και πιασμένοι αγκαζέ, επιστρέφουμε με τα πόδια στο σπίτι. Ο Βίκτωρ σχολιάζει πως αν οι Σοβιετικοί στρατιώτες ήξεραν να παρελαύνουν με την ακρίβεια των Γερμανών, τότε θα υπήρχε μία πιθανότητα να έχουμε αποτελεσματικό στρατό».

01/09/1939: Οι Γερμανοί εισβάλουν στην Πολωνία. Είναι η αρχή, του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου. Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου «Εγώ θα ζήσω», Ντίνα Πρανίτσεβα, που ζει την ίδια εποχή στο Κίεβο, αφηγείται: “ Ο Βίκτωρ βγαίνει από το μπάνιο και πάει στο σαλόνι να ανοίξει το ραδιόφωνο, όπως του αρέσει να κάνει το πρωί.  Εμένα, εκτός από το να ακούω μουσική, δε μου αρέσει να ακούω τελευταία ειδήσεις. Όλο άσχημα νέα μεταδίδουν. Για την δύσκολη οικονομική κατάσταση της Ουκρανίας, για τη μαμά Ρωσία, για το πόσα οφέλη έχουμε ως μέλη της Σοβιετικής Ένωσης, για την έξαρση του φασισμού στη Γερμανία και την άνοδο του Ναζιστικού Κόμματος. Δε νομίζω ότι έχουμε κάτι καλό να περιμένουμε.

Η άποψή μου αυτή επιβεβαιώνεται άμεσα, καθώς ο εκφωνητής ανακοινώνει ότι τα ξημερώματα η Γερμανία επιτέθηκε στην Πολωνία. Ο Γερμανικός στρατός, με αεροπλάνα, τεθωρακισμένα και μηχανοκίνητο εξοπλισμό, αιφνιδίασε τους Πολωνούς.  Ένας κεραυνοβόλος πόλεμος έχει ξεκινήσει. Κοιταζόμαστε πολύ ανήσυχοι. Ακούω τη φωνή μου να ηχεί ασταθής, παραπονεμένη:

  • Τι σημαίνει αυτό για εμάς; 
  • Ντίνα, καλύτερα πήγαινε τα παιδιά μέσα στο δωμάτιο τους να παίξουν για να μπορέσουμε να μιλήσουμε”.

 

 

22/06/1941: Η Γερμανία επιτίθεται στη Σοβιετική Ένωση. Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου «Εγώ θα ζήσω», Ντίνα Πρανίτσεβα, που ζει την ίδια εποχή στο Κίεβο, αφηγείται:: «Τα χαράματα της 22ας Ιουνίου 1941, ο Χίτλερ διατάζει τη μεγαλύτερη εφόρμηση που έχει γνωρίσει ποτέ η ανθρωπότητα. Επιτίθεται στη Σοβιετική Ένωση. Η συνήθεια του Βίκτωρα, να ακούμε το πρωί ειδήσεις είναι πλέον η αντικατάσταση της παρουσίας του στο σπίτι μας κι είναι αναγκαία, αφού έτσι μπορώ κι ενημερώνομαι για το τι μπορεί να ξημερώνει. Ντύνω τα παιδιά και πάω στης μητέρας μου. Εκεί είναι μαζεμένοι ήδη φίλοι και συγγενείς κι ακούμε έντρομοι από το ραδιόφωνο τις λεπτομέρειες των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Με την προπαγάνδα που κυριαρχεί σε όλα τα μέσα από την αρχή της κυριαρχίας μας από τη Σοβιετική Ένωση, δεν είναι εύκολο να ξεχωρίσουμε τι είναι αλήθεια και τι ψέματα. Το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Στάλιν δεν είχε εκτιμήσει σωστά τη Γερμανική απειλή».

 

19/9/41: Το Κίεβο παραδίδεται στους Γερμανούς. Στο βιβλίο «Εγώ θα ζήσω» αναφέρεται η δημοσίευση στην Ουκρανική εφημερίδα της εποχής: 

Εφημερίδα Πράβντα, 22 Σεπτεμβρίου 1941.

Σοβιετικό γραφείο πληροφόρησης

Απογευματινή ενημέρωση

21 Σεπτεμβρίου 1941

     «Κατά τη διάρκεια της 21ης Σεπτεμβρίου οι στρατιώτες μας συνέχισαν να μάχονται ενάντια στον εχθρό καθ’ όλη την έκταση του μετώπου. Μετά από μέρες σκληρής μάχης οι στρατιώτες μας αποσύρθηκαν από το Κίεβο» 

       και η ηρωίδα του βιβλίου, που ζει στην πόλη, την ίδια εποχή, αφηγείται:

Η αλήθεια είναι ότι το Κίεβο παραδόθηκε την Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου κι όχι στις 21, όπως αναφέρει το δημοσίευμα. Είναι μία ζεστή φθινοπωρινή μέρα με καλό καιρό. Οι σειρήνες του πολέμου ουρλιάζουν και τρυπώνουν μέσα από τα αυτιά μας σε ολόκληρη την ύπαρξή μας. Τελούμε υπό κατοχή. Μετά από 45 μέρες Σοβιετικής άμυνας, η Γερμανική 6η στρατιά μπαίνει στο Κίεβο. Στο οχυρό του Κιέβου υψώνεται η σβάστικα. Οι καμπάνες του Περτσέσκ χτυπούν εκκωφαντικά, θριαμβευτικά. Επικρατεί πανικός. Ρεύμα, νερό, συγκοινωνίες, τα πάντα κόβονται»=

 

24/9/41: το Κίεβο καίγεται. Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου «Εγώ θα ζήσω», Ντίνα Πρανίτσεβα, που ζει την ίδια εποχή στο Κίεβο, αφηγείται: «Στις 24 Σεπτεμβρίου 1941 με την πεθερά μου ξυπνάμε αλαφιασμένες μέσα στον μεσημεριανό μας ύπνο, από φοβερές εκρήξεις οι οποίες διαδέχονταν η μία την άλλη. Τρέχουμε στα παράθυρα που τρίζουν και βλέπουμε ότι η πόλη πνίγεται μέσα στους καπνούς και τις λάμψεις από φλόγες. Βγαίνουμε με τα νυχτικά στο δρόμο. Από τους γείτονες μαθαίνουμε ότι  η λεωφόρος Χρέσιατικ καταστράφηκε ολοκληρωτικά. Καίγονται οι οδοί Πρόριζνα, Πούσκιν και Σβερντλόβ». 

 

28/09/41: Οι Γερμανοί, καλούν με τοιχοκολλημένο διάταγμα, όλους τους Εβραίους του Κιέβου, να συγκεντρωθούν, λίγο πιο έξω από την πόλη, σε ένα σημείο που οι περισσότεροι κάτοικοι δεν ήξεραν καν ότι υπήρχε, το Μπάμπι Γιαρ (το φαράγγι της γιαγιάς). Η ξεραμένη κοίτη ενός ποταμού, έμελλε να γίνει ένας ομαδικός τάφος για χιλιάδες ανυποψίαστα θύματα. Η πρωταγωνίστρια του βιβλίου, Ντίνα Πρανίτσεβα, υπαρκτό πρόσωπο, εβραία και η ίδια, αφηγείται: «Στις 28 Σεπτεμβρίου 1941 με διάταγμα τυπωμένο σε φτηνό γκρι χαρτί, χωρίς επικεφαλίδα και υπογραφή, γραμμένο στα Ρωσικά, μετά στα Ουκρανικά και στα Γερμανικά με μικρότερα γράμματα, τοιχοκολλημένο παντού, καλούνται όλοι οι «Οβριοί», κάτοικοι του Κιέβου και των περιχώρων, να συγκεντρωθούν τη Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 1941 στις 08.00 πμ στη συμβολή των οδών Μελνικώβσκυ και Ντοκτουρόβ (δεν λέγονται έτσι οι δρόμοι, αλλά Μελνικόβ και Ντεγκντιάρεφ και βρίσκονται κοντά στο Ρωσικό και το Εβραϊκό κοιμητήριο στη Λουκιανόβκα, όπου βρίσκεται κι ο εμπορευματικός σιδηρόδρομος) έχοντας μαζί τους ζεστά ρούχα για δύο βδομάδες και όλα τα προσωπικά τους αντικείμενα αξίας, γούνες, χαρτιά, κοσμήματα. 

Όποιος δεν εμφανιστεί στο διάστημα τριών ημερών στο συγκεκριμένο σημείο και βρεθεί αλλού θα εκτελεστεί… Όποιος πολίτης πιαστεί να λεηλατεί τις περιουσίες των Εβραίων κατά την απουσία τους, επίσης θα εκτελείται. Επί τόπου. Το διαβάζω δύο και τρεις φορές στην κολώνα έξω από το σπίτι μας. Η μέρα είναι κρύα όμως είναι το κείμενο που είναι προχειρογραμμένο με ακόμα πιο κρύο μίσος, που με ανατριχιάζει. Οι τελευταίες φράσεις, οι ονομασίες των δρόμων που είναι γραμμένες λάθος, προφανώς από κάποιον ξένο, που δε δίνει και τόσο σημασία, και το ότι μας αποκαλούν «οβριούς» και όχι «Εβραίους», μου λένε ότι τίποτε καλό δε μπορεί να περιμένει κανείς από αυτό». 

 

29/9/41: Οι Γερμανοί συγκεντρώνουν, σε ένα σημείο, έξω από την πόλη του Κιέβου, στο Μπάμπι Γιαρ (το φαράγγι της Γιαγιάς), χιλιάδες Εβραίους. Οι ναζί, έχουν στήσει μία παγίδα θανάτου για τους ανυποψίαστους ανθρώπους. Εκεί, θα εξόντωναν συστηματικά, Εβραίους, Ρομά, αιχμαλώτους πολέμου, ανάπηρους, για τα επόμενα δύο χρόνια, μέχρι το τέλος του πολέμου. Η ηρωίδα του βιβλίου «Εγώ θα ζήσω», Ντίνα Πρανίτσεβα, υπαρκτό πρόσωπο, εβραία και η ίδια, συνοδεύει τους γονείς της πιστεύοντας ότι θα τους απελάσουν κι εκείνη θα μπορέσει να γυρίσει σπίτι της, στα παιδιά της: «Σαστισμένη βλέπω ανθρώπους να πέφτουν κάτω ουρλιάζοντας και να τους σηκώνουν τα σκυλιά, δαγκώνοντάς τους, ξεσκίζοντας ρούχα και σάρκες. Κάποιοι δεν κατορθώνουν να σηκωθούν και τους ποδοπατούν οι επόμενοι. Ανάμεσά τους βλέπω κι έναν γείτονά μας, που κλαίει όπως όλοι. Ο κόσμος φτάνει μπροστά από τους Ουκρανούς αστυνομικούς που τους διατάζουν και τους υποχρεώνουν ή τους γδύνουν οι ίδιοι τελείως, χωρίς καν να τους αφήσουν τα εσώρουχά τους. Έτσι γυμνούς και ξεντροπιασμένους, τους χτυπούν όπου βρουν, στα χέρια τους έχουν σιδηρογροθιές. Τους κλωτσούν. Χωρίς τους δικούς μου, βλέποντας αυτό το θέαμα που μοιάζει με ταινία, όλα γίνονται μαύρα στο κεφάλι μου. Πανικοβάλλομαι. Γιατί τέτοιος σαδισμός; Από που έχει ξεχυθεί αυτό το μίσος; Όλο μου το είναι πια καταλαβαίνει ότι δεν πρέπει να συνεχίσω. Είναι τελικά μία παγίδα».

 

23 Φεβρουαρίου: Η Μέρα του Κόκκινου Στρατού, των Εργατών και των Αγροτών. Η μέρα του υπερασπιστή της χώρας. Αρχικά  ιδρύθηκε σαν  γιορτή του Σοβιετικού (Κόκκινου) στρατού και του πολεμικού στόλου το 1922. Από το 1949 έως και το 1993 αυτή η γιορτή είχε την ονομασία  «Ημέρα του Σοβιετικού στρατού και Πολεμικού στόλου». Μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ την γιορτή συνεχίζουν να γιορτάσουν στη Ρωσία και στις χώρες της πρώην ΕΣΣΔ ως γιορτή του Υπερασπιστή της Πατρίδας.   Παρόλη την ιστορική προέλευση της θεωρείται  γιορτή όλων των ανδρών ανεξαρτήτως ηλικίας και επαγγέλματος. Αυτή η γιορτή, αναφέρεται στο βιβλίο «Εγώ θα ζήσω», την πραγματική ιστορία της εβραίας Ντίνας Πρανίτσεβα, η οποία γλύτωσε από τις θηριωδίες των ναζί, στο Κίεβο: «Στις 23 Φεβρουαρίου 1942, τη «Μέρα του Κόκκινου Στρατού» για τη Σοβιετική ένωση, η Ουκρανία δεν είναι πια μέρος της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά δεν είναι κι ο μόνος λόγος που δε γιορτάζει. Ούτε κι εγώ. Στις επτά τα ξημερώματα η Νατάσα έχει ήδη κατέβει στο εργοστάσιο όταν η Γκεστάπο καταφθάνει με το αυτοκίνητο, μπροστά στην είσοδο του εργοστασίου. Τους βλέπω από το παράθυρο να τρέχουν προς την πόρτα. Η πρωινή βάρδια των αστυνομικών που με φυλάνε δεν έχει καταφθάσει ακόμα. Κι αυτό το είδα από το παράθυρο. Σκέφτομαι γρήγορα. Βάζω τις γαλότσες μου κι ένα ελαφρύ πανωφόρι. Ο γιός μου ακόμα κοιμάται. Ο θησαυρός μου. Φοβάμαι να τον ξυπνήσω και να τον πάρω μαζί μου γιατί μπορεί να κλαίει και να προδοθούμε κι οι δύο. Θα μας σκοτώσουν σίγουρα».

 

28/12/43: Οι Σοβιετικοί, απελευθερώνουν το Κίεβο από τους Γερμανούς. Η ηρωίδα του βιβλίου «Εγώ θα ζήσω», Ντίνα Πρανίτσεβα, υπαρκτό πρόσωπο της εποχής, που επιβίωσε από τις θηριωδίες των ναζί έναντι των εβραίων, αφηγείται: «Στις 28 Δεκεμβρίου 1943 ο Αφανασίεβ μας φέρνει θριαμβευτικά τα καλά νέα, λέγοντας: «Παιδιά, ήρθε η ώρα να αλλάξουμε τις σημαίες!». Ξεσπάμε σε γέλια και κλάματα μαζί. Αγκαλιαζόμαστε, φωνάζουμε, χοροπηδάμε. Επιτέλους, μετά από 778 μέρες, οι Σοβιετικοί έχουν απελευθερώσει το Κίεβο κι έχει οριστικοποιηθεί η Σοβιετική κυριαρχία στην πόλη. Ο Αφανασίεβ συνεχίζει με λεπτομέρειες να μας περιγράφει πως έγιναν πολλές οδομαχίες. Κτίρια όπως σχολεία, πανεπιστήμια, αποθήκες, πολυτελείς κατοικίες πίσω από τον καθεδρικό ναό της Αγίας Σοφίας ανατινάχτηκαν. Οι κύριες μονάδες του στρατού μας μπήκαν στην πόλη από την Κουρενιόβκα. Οι δρόμοι είχαν μπλοκαριστεί από τις γέφυρες που είχαν καταστραφεί κι έτσι τανκς, πυροβολικό, Αμερικανικά φορτηγά Στιουντμπέηκερ, που κανείς μας δεν είχε ξανακούσει, μπήκαν από την οδό Μπελέτσκαγια. Το πεζικό πέρασε μέσα από τα χαλάσματα, ξυπόλητο και διαλυμένο, όπως όταν ξεκίνησε ο πόλεμος».

 

24/1/46: H ηρωίδα του βιβλίου «Εγώ θα ζήσω», Ντίνα Πρανίτσεβα, υπαρκτό πρόσωπο, επιβίωσε από τον ομαδικό τάφο εξόντωσης χιλιάδων Εβραίων, το Μπάμπι Γιαρ (το φαράγγι της γιαγιάς), στο Κίεβο και κλήθηκε να καταθέσει στο δικαστήριο για τα εγκλήματα των ναζί, που έγινε στην Ουκρανία ανάμεσα στις 17-28/1/46: “ Μπροστά στους βασανιστές μου με πιάνει αηδία και πανικός. Όμως το κοινό και οι δικαστές μου δίνουν τη στήριξη να ανοίξω το στόμα μου και να αφηγηθώ με τρόμο τα όσα πέρασα και τα όσα είδα στο φαράγγι του ολέθρου. Ο λαιμός μου στεγνώνει και ένας κόμπος ανεβοκατεβαίνει από εκεί στο στομάχι μου και πάλι πίσω. Αλλά δε σταματάω, λέω όσα θυμάμαι ανεξίτηλα χαραγμένα μέσα μου για πάντα. Κρατιέμαι συχνά από το εδώλιο για να μην πέσω γιατί νοιώθω το σώμα μου να αιωρείται. Μου φαίνεται ότι περνούν αιώνες μέχρι η κατάθεσή μου να τελειώσει. Κατεβαίνω από το βήμα εξαντλημένη, έτοιμη να λιποθυμήσω, όμως νοιώθω μία ανείπωτη χαρά να με κατακλύζει με την προσμονή απόδοσης της δικαιοσύνης”. 

 

Δείτε το ιστορικό μυθιστόρημα “Εγώ θα Ζήσω” πατώντας εδώ!