Δεκαπέντε ώρες. Τόσο χρειάζεται για να αποδομηθούν η ζωή και η καθημερινότητα του Σωτήρη. Προσπαθώντας να ισορροπήσει τη ζωή του ανάμεσα στη γυναίκα του, την ερωμένη του, τον γιο του, την καριέρα του και την ταινία που θέλει να φτιάξει, προσπαθεί να προλάβει. Παλεύει για να του φτάσει ο χρόνος που κυλάει και τον αφήνει με ανολοκλήρωτες επιθυμίες, με όνειρα απραγματοποίητα, με απωθημένα.

Δεκαπέντε ώρες. Τόσο χρειάζεται ο γιος του Σωτήρη για να κλείσει τη δική του ταινία. Ανήσυχος, εσωστρεφής, πάντα στη σκιά των γονιών του, μοιάζει να παλεύει με την τρικυμία της εφηβείας.

Δεκαπέντε ώρες. Τόσο χρειάζεται ο πατέρας του Σωτήρη για να αποφασίσει εάν θα αποκαλύψει την αλήθεια. Διανοούμενος, εραστής της ζωής και του πνεύματος, αγωνιά για την πορεία της ζωής του γιου του. Όμως, ξέρει ήδη το τέλος της ταινίας.
Άραγε, πόσες ώρες χρειάζονται για να αλλάξει ο επίλογος στην ταινία της ζωής σου; Κι αν το τέλος είναι προδιαγεγραμμένο από την αρχή, ποιος είναι ο πραγματικός σκηνοθέτης αυτής της ιστορίας;

Πόσες ώρες χρειάζονται για να αλλάξει η ζωή ενός ανθρώπου; Μιας οικογένειας; Μιας συγκεκριμένης πραγματικότητας; Πόσο καιρό παίρνει για να αποδομηθεί η μόνη αλήθεια που αναγνωρίζεις ως καθολική;

Το βιβλίο «Κεφάλαιο Τέταρτο» του Χρήστου Αντωνιάδη, το οποίο κυκλοφορεί από τις «εκδόσεις Πηγή», αφηγείται τη ζωή μιας μέσης, πυρηνικής, ελληνικής οικογένειας. Περιγράφει τους ήρωες με λεπτομερή τρόπο, αποδίδοντάς τους στερεοτυπικά αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, την ίδια στιγμή που χτίζει σπουδαία ψυχογραφήματα, επιτρέποντας στον αναγνώστη να ιχνηλατήσει τις μικρές λεπτομέρειες των χαρακτήρων. Τοποθετεί τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες σε συγκεκριμένες, καθημερινές συνθήκες και ξεδιπλώνει την ιστορία αργά και βασανιστικά. Στην τελευταία σελίδα συνειδητοποιείς πως όλα όσα έχεις διαβάσει σε έχουν προετοιμάσει για τον συγκεκριμένο επίλογο, την ίδια στιγμή που μένεις σοκαρισμένος από ένα τέλος που δεν θα μπορούσες να προβλέψεις.

Ένα πολυπρόσωπο βιβλίο, με αρκετές και διαφορετικές οπτικές, μας ξεδιπλώνει τις ζωές και τις σκέψεις τριών γενεών μιας οικογένειας. Πατέρας, γιος και εγγονός. Η δύσκολη εφηβεία ενός ντροπαλού νεαρού, ο οποίος αναζητά την ταυτότητά του και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αφήσει το χνάρι του στη ζωή. Η συναισθηματική διαχείριση ενός μεσήλικα, κατά τη μετάβασή του σε μια λιγότερο γόνιμη – στερεοτυπικά χαρακτηρισμένη ως τέτοια – περίοδο και το βάρος που φέρουν οι συνέπειες των αποφάσεών του. Η σοφία ενός ηλικιωμένου, η οποία προβλέπει – χωρίς συνείδηση αρκετές φορές – και προσπαθεί να προσφέρει γαλήνη στον περίγυρό του. Μέσα από τρεις διαφορετικούς χαρακτήρες, αποδομείται η κοινωνικοπολιτική κατάσταση τριών γενεών και αποτυπώνεται η διαμόρφωση του προσωπικού και συλλογικού γίγνεσθαι.

Με άριστη χρήση της γλώσσας, με ουσιαστικές λογοτεχνικές περιγραφές, με φιλοσοφικές διαστάσεις και καλογραμμένα ψυχογραφήματα, ο κύριος Αντωνιάδης γράφει μια εξαιρετική ιστορία για τη ζωή, την καθημερινότητα, τα θέλω, τους στόχους, τα όνειρα και τα απωθημένα. Ή μήπως όχι; Αυτή η ερώτηση είναι που με οδηγεί στο να χαρακτηρίσω το συγκεκριμένο βιβλίο, χωρίς ίχνος υπερθεματισμού, ως αριστούργημα. Το ότι δεν μπορώ να δώσω μία συγκεκριμένη απάντηση στο αιώνιο – και κάπως τετριμμένο εκ μέρους μου ομολογώ – ερώτημα «τι θέλει να πει ο συγγραφέας», τη στιγμή που πρόκειται για ένα εξαιρετικά καλογραμμένο βιβλίο, απόλυτα κατανοητό και ξεκάθαρο, χωρίς ίχνος σουρεαλισμού. Έχει αστυνομική χροιά, είναι μια φοβερή κοινωνική περιπέτεια, προκαλεί βαθιά φιλοσοφικά ερωτήματα και αποτελεί μία τέλεια αποτύπωση συγκεκριμένων ιστορικο-κοινωνικών εποχών, με διακειμενικές αναφορές. Όμως δεν είναι μόνο αυτά. Και ποτέ δεν θα είναι μόνο τα όποια αυτά.

Δεν μπορώ να μετρήσω τις φορές που έχω διαβάσει το Κεφάλαιο Τέταρτο. Μπορώ να πω όμως με σιγουριά ότι κάθε φορά διαμορφώνομαι διαφορετικά, ως αναγνώστρια. Σύμφωνα με την αναγνωστική θεωρία του Iser, αντί να αναρωτιόμαστε τι θέλει να πει το κείμενο ή ο συγγραφέας, καλύτερα να αναρωτηθούμε τι δημιουργεί το κείμενο στους αναγνώστες του. Πώς μπορούμε δηλαδή να διαμορφωθούμε κατά τη διάρκεια και μετά το τέλος της ανάγνωσης ενός βιβλίου.

Θυμάμαι ότι, την πρώτη φορά που διάβασα το Κεφάλαιο Τέταρτο, σκέφτηκα πολύ για τον έρωτα, τη μητρότητα και την πατρότητα, τους στόχους, τις ψυχιατρικές ασθένειες και κυρίως για την ευθύνη, την αυτενέργεια και τα όρια της ελευθερίας, σε σχέση με τα προσωπικά μας θέλω. Την τελευταία φορά που διάβασα το βιβλίο, αναρωτήθηκα για τον χρόνο και την κληρονομιά. Συνειδητοποίησα πως ο συγγραφέας επεξεργάζεται τα συγκεκριμένα ζητήματα στο βιολογικό τους επίπεδο, αλλά αποτυπώνει και τις πρακτικές με τις οποίες κατασκευάζονται κοινωνικά. Κυρίως αποδομεί τον άρρητο τρόπο με τον οποίο επηρεάζουν ολόκληρη την ύπαρξή μας. Ποια είναι η κληρονομιά μας; Πόσο χρόνο έχουμε σε αυτή τη γη, ώστε να τη δημιουργήσουμε και να της επιτρέψουμε να επηρεάσει τους γύρω μας; Πόσος χρόνος χρειάζεται, ώστε να συνειδητοποιήσουμε το παράλογο των αναζητήσεων της ζωής;

Το Κεφάλαιο Τέταρτο είναι ένα σπουδαίο λογοτεχνικό κείμενο, το οποίο ξέρει ότι «κάθε αναγνώστης είναι, καθώς διαβάζει, αναγνώστης του ίδιου του τού εαυτού», όπως έγραψε και ο Proust.

ΠΗΓΗ: nikolsway.com
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ